Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Θυμάσαι;

Μα για πες μου..
Πώς συνεχίζεις να κυνηγάς ακούραστα το χρόνο; πού έμαθες ν'ανιχνεύεις τα άσβηστα σημάδια; για τόσους καιρούς που σε δέχονται, απλά επειδή γεννήθηκες κάτω από τον ήλιο κι εσύ, να τρέξεις μέσα τους, για τόσα πιστά ακόλουθα μερόνυχτα, με τόσες ανάσες αλαφιασμένες από των ωρών το αγριεμένο μάτι;
Πώς συνεχίζεις να κουβαλάς τόσες χρόνιες αστοχίες σαν τον Άτλαντα και να στέκεις ακλόνητος μ'όλες τις αντίξοες εικόνες που κροταλίζουν τις γλώσσες τους; πώς κρατάς την άμυνα και αντιπαλεύεις με τόσες αναβολές που σε μοίραναν μικρό στην κούνια σου; πώς εξακοντίζεις το βλέμμα σου γυρεύοντας ν'αρπάξεις μια τετελεσμένη στιγμή που σε σπάθισε και δεν τη συγχώρησες ακόμα; με ποια φωνή καλείς ασίγαστα σαν την Γοργόνα, τον χαμένο παλμό της καρδιάς σου, μπερδεμένο σε τόσα παλιωμένα παραγάδια που κλωθωγυρίζουν ατελέσφορα στα πέλαγα; τι χαράζεις τόσες ασυγκράτητες λέξεις που κυοφορούνται αένναα κι αδημονούν να ξεπεταχτούν για να τελέσουν τον σκοπό τους; τι ψάχνεις ν'αγκιστρώσεις στο νου σου, που συντάχθηκε σε παραδείσια σύμπαντα και φοβάσαι ότι δε θα χαριτωθείς να σε σκεπάσει με την ευλογία του;
Σκύβεις, άμισθος εργάτης της μνήμης που σε φορτώνει ως έξυπνος έμπορος, άπιστος μπρος στη μεγάλη του τύχη να βρει τέτοιον βαστάζο, με μεγαλειώδεις αποσκευές, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό και τρέχεις ακολουθώντας τη χρόνιά σου διαδρομή και προκαλείς τους απορημένους παρατρεχάμενούς σου που θα επιθυμούσες για συνένοχους σ'αυτήν την απέραστη τρέλα της θύμησης..κι έχεις τη μνήμη που σε ανακαλεί μ'απληστία και σαρδόνια μειδιάματα κι εσύ τη θυμιατίζεις και συνεχίζεις, ως καλός στρατιώτης, σε απροσπέλαστα πεδία και μάχεσαι τη λήθη και την τραγική λησμονιά "πράξεων σπουδαίων και τελείων" που σ'ακολουθούν γιγαντωμένες σκιές αλλά εσύ θυμάσαι, ε; και ξέρεις και δεν υπολογίζεις τις τρέμουσες παραστάδες των θριάμβων σου.
Μα έχεις γευτεί από μικρός την εξαίσια γνώση της καλέσματος, έχεις αναστηθεί πάνω στο μάρμαρο της μάταιης επιστροφής τόσων παλμών που σε χτύπησαν και τόσων σκέψεων που σε λύγισαν κι αμέτρητων αισθήσεων που σε τύλιξαν. Γνωρίζεις ότι σου αρκεί μια μικρή γνώριμη ευωδιά, ένα παλαιϊνό χτύπημα στην είσοδο όλων των μυρωδιών, ένα εύφλεκτο φυτίλι που θ'ανάψει, για να παρουσιαστείς, εν ριπή οφθαλμού, εκεί που έζησες τα τόσα θαυμαστά κι ανήκουστα κι άφθορα γιατί με μιαν εισπνοή, εκμηδένισες το χρόνο κι όσα έζησες, επέστρεψαν για να χορέψουν μαζί σου και να σε σπρώξουν μέτοικο στην κατοικία της άγουρης ψυχής σου..και κοινωνείς ξανά την ευωχία της τράπεζας όπου είχες παρακαθίσει εδώ και χρόνους πολλούς..ή απλά ολίγες ημέρες..
..κι αφού ο λόγος ανάμειξε το χρόνο με τη θύμηση και τις μυρωδιές, μπορεί να προβάλλει και μια ευωδιά που έχει μαγέψει όλους τους εμπλεκόμενους, όπου κι αν έχει διαχυθεί, μαγνήτισε όλα τα βλέμματα κι ομόρφυνε τα πρόσωπα και φυσικά καμία σχέση με χρυσούς χορηγούς ή αστεράτους σπόνσορες ή καλοπληρωμένους διαφημιστές..
..απλά υποβάλλουμε τα σέβη μας, μιας κι αναζητούσαμε επί μακρόν, το άρωμα που θα αποσπούσε την απόλυτη παραδοχή μας.
Ας υποκλιθούμε λοιπόν και ας το φορέσουμε ξανά ή ας το δοκιμάσουμε για επίσημη πρώτη.
Θα μας θυμηθείτε κι έτσι απλά θα κάνετε κράτηση για να ταξιδέψετε μέσα στον καταδικό σας χρόνο..


(Marie Claire, Δεκέμβριος '16)






Δεν υπάρχουν σχόλια: