Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Το βεληνεκές σας, παρακαλώ..

Mια βουτιά στον κυκεώνα των σχολικών χρόνων θα μπορούσε ν'αλιεύσει 4-5 απλά κι άρρηκτα στη συνδεσμολογία τους, ενθυμήματα, άξια μνημόνευσης, μετά πληθώρας κερασμάτων.
Νηπιαγωγικά χρόνια στο 10ο: Η μικρή, τότε, γράφουσα, υπό την επήρεια ποικίλων τιμωρητικών μεθοδεύσεων, ατένιζε τα πολύτροπα παιχνίδια, που είχαν τοποθετηθεί, δια το φόβο των καταστροφέων, σε δυσπρόσιτη θέση, δυνάμενα να προσεγγιστούν, μόνο υπό των νηπιακών βλεμμάτων.
Δημοτικά χρόνια στο 6ο: Ένας ευρηματικός κύριος, που δασκάλευε τα Πεμπτόπαιδα, αποτελούσε το κέντρο κύκλου, σχηματοποιημένου υπό των περίεργων μαθητών και περιέστρεφε, άνωθεν των κεφαλών τους, δοχείο, πλήρες ύδατος, προκειμένου να φυτέψει εις τ'άγουρα μυαλά, τη δύναμη της κεντρομόλου.
Γυμνασιακά χρόνια στο 6ο: Η σεβαστή μαθηματικός να τονίζει την κατάληξη, σχεδόν κάθε εγχειρήματος, με τις λέξεις "όπερ άτοπον". Η ταξιακή χορωδία είχε εκπαιδευθεί κάλλιστα και εν τη ακροάσει του "όπερ", έψαλε το "άτοπον", μ'ευδαίμονα νου, πλήρως ικανοποιημένο από τα τεκταινόμενα, υπό το ραβδί της αυτοκράτειρας πασών των αλγεβρικών θαυματοποιημάτων.
Λυκειακά χρόνια στο 1ο: Γ' λυκείου, ηρωϊκή κι ένδοξη γ' δέσμη, ώρα αργή, απογευματινή, καθ'ότι, λόγω έλλειψης υποτυπώδους έστω στέγης, τα σχολεία χτυπούσαν λειτουργικές διπλοβάρδιες (και επιζήσαμε μετά από την τελευταία ώρα της Τετάρτης με μαθηματικά και στον επόμενο τόνο, πρώτη ώρα της Πέμπτης με μαθηματικά). Ώρα λοιπόν μαθήματος Φιλοσοφίας, υπό τη σκέπη σεβαστής καθηγήτριας, μπροστά στην οποία συνήθως η γράφουσα τούτες τις λέξεις, τηρούσε πλήρη κι  άψογη ουδετερότητα. Κάποια στιγμή, ενώ όλα έβαιναν καλώς κι οι μαθητές φλέρταραν με το Μορφέα, η φιλοσοφημένη διδασκάλισσα γυρίζει κεφάλι κι αφήνει τη ματιά της να πέσει πάνω στην τότε μαθήτρια και νυν γράφουσα λέμε κι αναφωνεί δυο λέξεις, οι οποίες χαράχτηκαν ανεξίτηλα στα έγκατα του νου της πάλαι ποτέ 17χρονης: "Αναξαγόρας = Νους". Ποιος ξέρει, εκείνη η ιερή στιγμή, τι είδους σημάδια κουβαλούσε για την teenager, που, ας σημειωθεί, είχε απομείνει κοκκαλωμένη, να θωρεί την καθηγητική εικόνα, που εξέπεμπε εξ αριστερών της, τη θεία Αναξαγόρεια ουσία. Άραγε κρουόταν εκείνη την ώρα, η εναγώνια ύστερη αναζήτηση του νου, που θα στοίχειωνε πολλά επόμενα χρόνια, σε στυλ: Μα καλά, τι μυαλό κουβαλούσα κι έκανα αυτό κι εκείνο και τ'άλλο; Πού ήταν ο νους μου, την ώρα των σοβαρών μου αποφάσεων; Ακόμα και τώρα, έχω καθόλου μυαλό ή κοιμάμαι μακαρίως; Μήπως τα έχω χάσει κι έχω χρείαν διάφορων ιατρών;..κι άλλες παρόμοιες στοχαστικές ερωτήσεις, ρητορικού βεβαίως χαρακτήρα, εφόσον, ούσα "πανέξυπνη" κι ακατανόητη από τους πλείστους, όσους τυχερούς την αντάμωναν, είχε ήδη τις απαντήσεις στο τσεπάκι της, άσχετα αν τις ευδοκίμαζε ή τις δυστυχοποιούσε στο πυρ το εξώτερον. 
Πανεπιστημιακά χρόνια στο Ρέθυμνο: Μεγάλο χωρίο, τα έτη εκείνα, με τα συν και τα πλην που έχουν να επιδείξουν όλα τα χωρία, που σέβονται το σπαργανωμένο τους  εαυτό, αφυπνώμενο από μακάριο λήθαργο. Σε μάθημα άξιου πνευματικού τέκνου του J.Piaget κι ο όρος "συγκρητισμός" κολλάει, ως τελική ψηφίδα, στο μωσαϊκό του πανεκπαιδευτικού ταμπλό της τυχούσης, εν μέσω τόσης γνώσης, φοιτήτριας.
Όμως, κυρίαρχο, μνημειώδες εικονόλεξο, από το συνοθύλευμα των ετών εκείνων, προΐσταται το απομνημόνευμα των τηλεοπτικών ειδήσεων: Οι πύραυλοι Πέρσινγκ & Κρουζ, μικρού και μέσου βεληνεκούς κι η πορεία αυτών, μέσω βραχύβιων αλλά και μακροημερεύοντων συνέδριων, άνομων και παράνομων, πλην όμως χαιρόντων το σεβασμό έγκυρων ελίτ, οριζόντων τις μοίρες λαών και χωροταξικών πεδίων. 
Οι άλλες λέξεις δεν προκαλούσαν το ενδιαφέρον τόσο, όσο η μία και μοναδική, που είχε εμποτίσει το νου, με τη βαρύνουσά της ηχώ: το βεληνεκές! Προτού μεταφραστεί, θύμιζε βέλος, βλήμα, βελούδο, βαρέλι με δυσεύρετο πάτο, βέλασμα σε παράταση, βλέμμα με σεβαστό βάθος, δοχείο με βλαπτική ουσία, εκπομπή επικίνδυνων βολών, προς πάσαν κατεύθυνση κι άλλα θαυμαστά, τα οποία γεννούσαν οι πλείστες, ευλύγιστες νοήσεις.
Δε λαμβανόταν τότε υπ'όψιν, ότι οι αναζητήσεις για το βεληνεκές των πάντων όλων που θα γειτνίαζαν ή θα έγνεφαν από μακριά, (ανθρώπων, ιδεών, σκέψεων, τολμημάτων, μαχών, υποχωρήσεων, καταπαύσεων πυρών, ανακωχών, επίμονων συγκρούσεων, υποταγών κι αποκηρύξεων, ακραιφνών καταπατήσεων, λιποτακτικών επιστροφών, τρομακτικών εγχειρημάτων, απατηλών νοημάτων, αβάπτιστων συναισθημάτων και κατεπείγοντων καρδιοτονημάτων), όλες οι αρμόζουσες έρευνες και τα χρισμένα ιεραποστολικά βαδίσματα, θα είχαν άρρηκτη σχέση με τις φλόγες που φούντωναν και κατέκαιγαν τα σύμπαντα του εσώτερου κόσμου, πυρκαγιές που θα έσβηναν, εν τη γενέσει τους, πυρκαγιές που θα έλαμπαν, ως οδοδείκτες για τους τυχερούς, παράτολμους διαβάτες, πυρκαγιές που θα κατέβαζαν τις ασφάλειες και θα έσωζαν από βέβαιο πνιγμό, πυρκαγιές που θα μακέλευαν κεχριμπαρένιους χρόνους και θα μόρφιζαν ακατάλυτα τα όποια βαρυφορτωμένα ψεγάδια.
Πύρινοι κατακλυσμοί, που θα δικαίωναν, μ'απέριττη λάμψη, τη θέρμη της ψυχής που ορίστηκε να σημαδεύει ό,τι κι αν την αγγίζει, όποιον κι αν της συνομιλεί, όπου κι αν οδοιπορεί, όποτε κι αν κληθεί να δώσει το παρών ή να παραγγείλει το μήνυμα της απουσίας της.
Μακάριοι οι ψυχωμένοι με πύραυλους, ικανού βεληνεκούς, προς πάσαν κατεύθυνση, δια πάσαν ανάγκη, πλήρωση πασών των υπέρτερων επιθυμιών κι ήχηση δίκαιων σαλπισμάτων.