Κυριακή, 3 Μαρτίου 2019

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Νίκος..


Μεγαλώνεις κάτω σχεδόν από το Μαρτινέγκο, ακούς από τα μικράτα σου πως εκεί αναπαύεται ο Νίκος, ο συγχωριανός της μάνας σου, ένα σταυρό έχει εκεί πάνω μόνο και κάποιες λέξεις, που σε κεντρίζουν με την τόλμη τους. Διαβάζεις στην εφηβεία σου πολύ, ένα βιβλίο βαραίνει πάντα τα χέρια σου, απασχολεί το νου σου, κάπου εκεί ο Νίκος παραφυλάει και δίνει το παρών του στις θύμισες της κουνιάδας του, της Έλλης, που τον σπουδάζει με ευλάβεια. Προχωράς, όπου σε καλούν οι τρέχουσες υποχρεώσεις και πάντα ο Νίκος στέκει στους ίδιους δρόμους του Μεγάλου Κάστρου, που βαδίζεις κι εσύ, μάχεται μαζί σου κι ας μην έχεις διαβάσει μέχρι τέλους κανένα του βιβλίο, σε φτάνει που τυπώθηκαν μέσα σου οι τονισμοί του, σαν τρεχαντήρια σε τρικυμισμένα περάσματα. Πάντα ο Νίκος σε παραστέκει δίχως να ζητάει τίποτα, του φτάνει που σου δίνει λίγη από την αψάδα του νου του, μα τη γη της Κρήτης σου κράτησε σταυροφόρος, όπου κι αν πέρασε..Έχεις σημαδέψει την μέγιστη απλότητά του, το ιερό μάζεμα στη σπηλιά του σε ώρες που τον κύκλωναν τα μεθύσια των λόγων του, σημειώνεις τις περιφρόνησες τις επιδεικτικές και τις εξορίες των σελίδων του από αρχές και εξουσίες τρέμουσες την πολιορκία της νόησής του. Σαν Ανεπιθύμητο Νεκρό, τον είχες ρετουσάρει στη μνήμη σου, μα ήρθε η ώρα που οι λέξεις του George Pratanos άνοιξαν το πλαίσιο κι έδωσαν ζωή στο σκηνικό των ημερών της παύσης του πολέμου των λέξεων: ο Νίκος πέθανε και η Ελένη ανεγογυρεύει τα πρέποντα, μίτος έγιναν οι θύμησες μέσα της και αταλάντευτη μαστόρισσα χτίζει την επιστροφή του Κρητικού στον τόπο του, μα καλά του είναι τόσοι δρόμοι που πάτησε στα ξένα, τώρα ένα τοπαλάκι ηρωϊκής γης τον περιμένει. Μέχρι το τέλος, η κάθε σελίδα του βιβλίου αντηχεί τη φωνή της αξιοπρέπειας που δεν εφησυχάζει, την ηχώ της επίμονης ευθύνης που πρέπει να εξοφληθεί, την ανάγκη της εγρήγορσης σε ώρες πολέμου και σε ώρες ειρήνης. Αγρυπνείτε φύλακες, τις μάχες ορίζουν οι ψυχές..

(σχόλιο στο βιβλίο του Γιώργου Πράτανου, Ο ανεπιθύμητος νεκρός, εκδόσεις Διόπτρα) 



Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2018

Καλώς εσμίξαμε..



    ~ Μια φορά κι έναν καιρό..

Ξεκολλάς (!) από το Κρητικό, ταξιδεύεις προς τα "πάνω" και ρίχνοντας άγκυρα, πέφτεις μέσα σ'ακριβές αγκαλιές και νιώθεις πως ξαναγύρισες στο πατρικό σου. Ησυχάζεις απ'όσα ανελέητα σε κυνηγούν, περιχαρή για όσα κρίματα σε φορτώνουν, δίκαια κι άδικα. Φτάνεις κάπου ΒΑ, και το δέρμα σου μερώνει από τη δροσιά των πευκοβελόνων κι η ανάσα σου μερακλώνει από την οσμή της λατρεμένης ησυχίας. Περιμένεις πώς & πώς να δεις το Σύντεκνο, που σ'έχει σφραγίσει με την αψάδα της ψυχής του, άμα τη εμφανίσει του, εδώ κ μερικούς μήνες. Ανοίγει η πόρτα στο φιλόξενο κονάκι που 'χουν φτιάξει τα δυο Άξια παιδιά, που αγαπάς έτσι σκέτα, όπως ακριβώς είναι, δίχως ανούσιες πράξεις της αριθμητικής. Οι ώρες κυλάνε σαν το νερό που βρήκε το αυλάκι του, ρωτάς τι ώρα είναι, σου λένε 3 (το πρωί) αλλά εσύ δεν το πιστεύεις: Ρε παιδιά άντε να'ναι 11, βαριά-βαριά 12 (μεσάνυχτα), αν είναι δυνατόν! Σταθερά σου λείπει ένα τρίωρο, απορείς πού πήγε, άλλο πάλι κι αυτό, πρώτη φορά ζεις κάτι τόσο έντονο. Ακουμπάς πάνω σε φλογερά μάτια που εξακοντίζουν αγάπη μέσα σου, καθαρή κι άξια, τέτοια που είχες πειστεί πως, σιγά ρε παιδιά, δεν υπάρχει! Τρως μαγειρευτά μαγεμένα, ψημένα, τηγανισμένα, βρασμένα, φουρνιστά κι από κάρβουνα περασμένα και λιποθυμάς από ευτυχία. Νιώθεις σα γιομάτο βαρελάκι μυθικό κρασί, απ'αυτό που μόνο με δυνατές ψυχές μπορείς να το γεμίσεις. Βιώνεις επιτέλους το πρωτοφανές για σένα γέμισμα της μπαταρίας σου, ποτέ μέχρι τότε δεν είχες συνδεθεί με τέτοια πηγή (και πού να βρεθεί τροφοδοτικό να γεμίσει εσένα ρε παιδί μου) και παίρνεις και μπόνους 3-4 power bank να΄χεις ρεζέρβα, σε περιμένουν ζόρικοι μήνες, κακό του κεφαλιού τους όμως! Φτιάχνεις μια σούπερ τριάδα με άλλα δυο κορίτσια, απ'αυτά με τις δροσερές ψυχές που τόσον καιρό σε δέχονται και σε ξαστερώνουν απ'όλα τα συννεφιασμένα που τους στριμώχνεις στις καθημερινότητές τους. Περιμένεις με αγωνία το 4ο συντρόφι, που μέσα σε λίγες μέρες, έχει διαταχτεί να περάσει από 40 κύματα αλλά στην τελική σμίγετε και σ'αγκαλιάζει μ'όλη τη φωτεινή του δύναμη. Οι λέξεις, τα λόγια, τα σχέδια και τα ορεγόμενα που γεννήθηκαν μαζί με όσα επείγονται να βγουν στο δικό τους φωτοσκόταδο, σπρώχνονται στην αφετηρία, πώς και πού να προλάβεις να πατήσεις τη σκανδάλη, σιγά μη σε περιμένουν να κανονίσεις εσύ. Κάνεις σφικτές αγκαλιές και πιπερίζουν τα μάτια σου, οι άντρες σας κοιτάζουν δίχως διερμηνέα, πού να τον βρουν, ένας τους δακρύζει μόλις το κορίτσι του χάνεται σε Αγαπημένο αγκάλιασμα, τι άλλο θέλεις μωρέ ε; Να τώρα, που έπαθες jet lag, γύρισες πίσω αλλά σώμα, νους και ψυχή πώς να γυρίσουν, εκεί κάθονται στην αυλή των θαυμάτων..του Λάμπη και της Στέλλας, μαζί με τη Βούλα και το Σέφη, τη Μόσχα και την υπέροχη ανιψιά Ευαγγελία..
~ Τι, αυτό ήταν; Τέλειωσε κιόλας; Τουλάχιστον σφύριξε τη λήξη παιδάκι μου..
~ Α ναι, σωστά....και ζουν αυτοί καλά κι εμείς καλά και τα καλύτερα μας έρχονται..!

    Χρωστάω το υστερόγραφο στην γενναία γιαγιά Αλεξάνδρα, που τα μάτια της ήταν τα πρώτα που κυρίευσαν τα δικά μου και η μιλιά της, η πρώτη που μύρωσε τη δική μου. Όταν έσκυψα να της φιλήσω το χέρι, σήκωσε τα γαλανά της, με εξαίσια ευθύτητα πάνω στα δικά μου και δια μιας με τύλιξε σα σμυρναίικο ντολμαδάκι, με όσα μυρωδικά είχε αναθρεμμένα στην άξια παλεμένη ψυχή της: "Κούκλα μου, είσαι τόσο όμορφη, τόσο καλή, είσαι υπέροχη κοριτσάκι μου, τι γλυκειά που είσαι, όλα τα καλά να έχεις, πεντάμορφη, κούκλα, κούκλα..". Τι να θυμηθώ από το χείμαρρο των νοστιμάδων που είχε μέσα της, για μένα, μια άγνωστη, που μ'έβλεπε πρώτη φορά. Άξια λόγια μιας βασίλισσας του παραμυθιού γιατί έτσι ακριβώς την έχουν στο σπίτι τους τα συντεκνάκια..Στέλλα Τούντα & Labis Kalogerakis, άξιοι οι κόποι σας γιατί άξια αγάπη αναθρέφετε πολλά χρόνια Μαζί..!





Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Τίποτα δεν πετάει..

 

Στα παλιά χρόνια ζούσε μια γυναίκα που όλο μάζευε...συνέλεγε τα πάντα, ό,τι κι αν βρισκόταν στο δρόμο της, όσα κι αν παρεπιδημούσαν κατά τύχη ή τα κλήτευε η ίδια, όσα κι αν δεν επιθυμούσαν να μαζευτούν αλλά γούσταραν ρε παιδί μου να γυρίζουν χαμίνια στις γειτονιές ακόμα κι όσα την είχαν βαρεθεί και δεν σήκωναν άλλη χρήση ούτε και πολλά-πολλά κι ήθελαν να απεγκλωβιστούν από τα χέρια της και να μην ξαναδούν την εικόνα της μπροστά τους ούτε σχεδιασμένη με αχνό μολύβι, τόσο πολύ!
Όλα τ'ανεμοσκορπίσματα, τα συννεφοφουσκώματα και τα ηλιομαζώματα τα μετουσίωνε εν ριπή της ψυχής της σε αγιώτικα σημάδια και τα περιέθαλπε στα μιντέρια, τους σοφράδες, τους μπουφέδες και τα μπαούλα της. Είχε το φόβο του χαμού, της ορφάνιας, των φτερουγισμένων φωνών που την είχαν χαράξει και έτρεμε μην και χρειαστεί να ξαναπεράσει το άδειασμα, το χάσιμο, τις κηδείες των απολωλότων σπαραγμών της βιοτής της, φυλλοροούσαν τα καρδιακά της μην τυχόν και χρειαστεί κάτι κι ανακαλύψει πως είχε πεταχτεί κάπου πέρα, ψηλά ή μακριά της, σε άγονο χώρο κι άστικτο χρόνο και καμιά δύναμη δε θα υπήρχε να της τα ξαναφέρει πίσω. Λυπόταν ως μέσα στα βάθη των σφυγμών της όσα ανέστια γύριζαν εδώ κι εκεί κι έψαχναν αποκούμπι, όσα είχε πράξει δίχως να τα ορίσει, όσα την είχαν καλουπώσει δίχως να τους χρωστάει, όσα την είχαν βασανίσει κι εξετάσει με ιερούς κανόνες, όσα δεν τόλμησε να ακουμπίσει αν κι ήξερε πως για αυτή γεννήθηκαν, όσα καταλιούνταν και χνωτίζονταν από οινοπνεύματα σκοτεινά και ανάσες στα ξέπνοά τους λιώματα. Όλα τα μάζευε και παραμάζευε σαν καλό μυρμήγκι δίχως να ξεμυαλίζεται από όσες φωνές την τραβομανικούσαν, από όσα όνειρα την γυρόφερναν, από όσα θελήματα την ανεγογύρευαν ακατάπαυστα και της μηνούσαν να σταματήσει επιτέλους, σώνει, έφτασε ο χρόνος και ζητά να πληρωθεί, τι μαζεύεις πια, άφησε και κάτι να πεταχτεί, απόλυσέ τα να φύγουν ψηλά στον αέρα και να καούν στη φωτιά, άδεισε το χώρο γιατί σε περιμένει δρόμος μεγάλος και πώς θα τον περάσεις με τόσα φορτώματα, δε μου λες; Άσε να φύγει και κάτι μακριά σου, όσα χρειαστείς θα σταυροδρομήσουν μαζί σου, πέταξε τα χαλινάρια, τριμμένα είναι σπάνε, δεν ακούς το αποχωρισμό τους; 
Σαν καλή υφάντρα τα γυρνούσε όλα στο αδράχτι της και τα κεντούσε στον αργαλειό της κι αναρωτιόταν πού βρίσκει τόση δύναμη κι αντοχή και πώς άραγε τα καταφέρνει και μόνο βραβείο δεν είχε πάρει ακόμη αλλά το'χε σιγουράκι κι αυτό, κάποιος θα βρισκόταν να της το καταθέσει, αλίμονο.
Ξημέρωσε μέρες και νύχτωσαν βραδιές κι άλλες στο κατόπι τους ήρθαν κι έφυγαν όπως είχαν διαταχτεί και η γυναίκα έψελνε το ίδιο κι απαράλλαχτο τροπάρι με προσήλωση μην τυχόν και χαθεί καμιά νότα και στραβώσει ο γιαλός και στραβά θα αρμενίζει η καϋμένη και ποιος θα βρεθεί να της πάρει το κεφάλι, αλλά άσε, δήμιοι πολλοί, όρεξη να'χει κανείς να φάει το κεφάλι του..Κάποιες φορές έβλεπε πώς κουβαλούσαν άλλοι δίπλα της ή και μακρύτερά της το φορτίο τους, πώς το άφηναν κάτω, πώς πετούσαν τα πολυκαιρισμένα και πολυφορεμένα και της ερχόταν να πετάξει μωρέ κι αυτή και κάτι έκαμε και κάπως ελάφρυνε την κατάσταση αλλά ήταν πολύ ξερό κι αγύριστο κεφάλι και ποιος θα βρισκόταν μωρέ να τηνε απογυρίσει και να τηνε σηκώσει στα ψηλά να σταθεί μόνη της δίχως να κρατάει τίποτα πια παρά μόνο την καρδιά και την ψυχή της, μα τίποτ'άλλο δεν αναγκευόταν στ'αλήθεια..
Γιατί το'βλεπε κι αυτή πως πολλά ήθελαν πέταμα, φώναζαν και μόνα τους να τους δώσει αποβολή να φύγουν αλλά δεν έφταναν οι φωνές τους, άλλο χρειαζούμενο υπήρχε και ξα του, θα έκανε τα κουμάντα του την πρεπούμενη ώρα.
Σήμανε ο καιρός λοιπόν και ο χρόνος και δέχτηκε κάλεσμα καλό κι απλό να πάει να δει άλλο τόπο κι άλλη ψυχή κι άλλη ζήση να κάμει ανέ θέλει κι ορέγεται..και κοίτα να δεις όμως πως σε μια στιγμή που ορίζεται στου καθενός την ώρα, απ'όταν θα μπει αγέρας της γης μέσα του μέχρι που να ξαναβγεί τραβώντας την ουσία του, κοίτα να δεις πως σε μια στιγμή όλα τα ξεφορτώνει το γαϊδουράκι κι όλα τα αφήνει κάτω και βάζει μπρος να κάμει άλλα πρωτοφανίστικα και πυρωμένα με τα όνειρά του, απ'όσο θυμάται τις αναπνοές του και πηγαίνει και σμίγει με όσα είναι γι'αυτό σχεδιασμένα και πετάει τόσο ψηλά όσο είναι γι'αυτό μόνο κλεισμένο, καμιά άλλη συχνότητα δε μπερδεύει τη δική του και μόνο χαίρεται και παίζει κι αυτό και ευδαιμονίζεται και απαντά πως ναι μωρέ πετάει κι ο γάιδαρος αρκεί να το πιστέψει, αρκεί να το θελήσει και δεν πάει να χάνουνε τα παιδιά κάτω στη γη στο "πετάει, πετάει..". 
Μόνο εκεί να χάνουνε δεν πειράζει και στη ζωή τους να κερδίζουνε μωρέ τον κόσμο όλο κάθε φορά που θα το ζητήσουνε..









Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Despacito









[Justin Bieber]
Come on over in my direction
So thankful for that, it's such a blessin', yeah
Turn every situation into Heaven, yeah
Oh, you are
My sunrise on the darkest day
Got me feelin' some kind of way
Make me wanna savor every moment slowly, slowly
You fit me, tailor-made love, how you put it on
Got the only key, know how to turn it on
The way you nibble on my ear, the only words I wanna hear
Baby take it slow so we can last long

[Luis Fonsi & Daddy Yankee]
Oh, tú, tú eres el imán y yo soy el metal
Me voy acercando y voy armando el plan
Sólo con pensarlo se acelera el pulso
Oh, yeah Ya, ya me está gustando más de lo normal
Todos mis sentidos van pidiendo más
Esto hay que tomarlo sin ningún apuro

[Luis Fonsi, Daddy Yankee & Justin Bieber]
Despacito
Quiero respirar tu cuello despacito
Deja que te diga cosas al oído
Para que te acuerdes si no estás conmigo
Despacito
Quiero desnudarte a besos despacito
Firmo en las paredes de tu laberinto
Y hacer de tu cuerpo todo un manuscrito
(Sube, sube, sube
Sube, sube)

[Luis Fonsi & Daddy Yankee]
Quiero ver bailar tu pelo
Quiero ser tu ritmo
Que le enseñes a mi boca
Tus lugares favoritos
(Favorito, favorito, baby)
Déjame sobrepasar tus zonas de peligro
Hasta provocar tus gritos
Y que olvides tu apellido

[Daddy Yankee]
Si te pido un beso, ven, dámelo
Yo sé que estás pensándolo
Llevo tiempo intentándolo
Mami, esto es dando y dándolo
Sabes que tu corazón conmigo te hace bang-bang
Sabes que esa beba está buscando de mi bang-bang
Ven, prueba de mi boca para ver cómo te sabe
Quiero, quiero, quiero ver cuánto amor a ti te cabe
Yo no tengo prisa, yo me quiero dar el viaje
Empecemos lento, después salvaje

[Daddy Yankee]
Pasito a pasito, suave suavecito
Nos vamos pegando, poquito a poquito
Cuando tú me besas con esa destreza
Veo que eres malicia con delicadeza
Pasito a pasito, suave suavecito
Nos vamos pegando, poquito a poquito
Y es que esa belleza es un rompecabezas
Pero pa' montarlo aquí tengo la pieza
¡Oye!

[Luis Fonsi, Daddy Yankee & Justin Bieber]
Despacito
Quiero respirar tu cuello despacito
Deja que te diga cosas al oído
Para que te acuerdes si no estás conmigo
Despacito
Quiero desnudarte a besos despacito
Firmo en las paredes de tu laberinto
Y hacer de tu cuerpo todo un manuscrito
(Sube, sube, sube
Sube, sube)

[Luis Fonsi & Daddy Yankee]
Quiero ver bailar tu pelo
Quiero ser tu ritmo
Que le enseñes a mi boca
Tus lugares favoritos
(Favorito, favorito, baby)
Déjame sobrepasar tus zonas de peligro
Hasta provocar tus gritos
Y que olvides tu apellido

[Luis Fonsi]
Despacito
This is how we do it down in Puerto Rico
I just wanna hear you screaming, "¡Ay, Bendito!"
I can move forever cuando esté contigo
¡Bailalo!

[Daddy Yankee, Luis Fonsi & Justin Bieber]
Pasito a pasito, suave suavecito
Nos vamos pegando, poquito a poquito
Que le enseñes a mi boca
Tus lugares favoritos
(Favorito, favorito, baby)
Pasito a pasito, suave suavecito
Nos vamos pegando, poquito a poquito
Hasta provocar tus gritos (Fonsi)
Y que olvides tu apellido (D.Y.)
Despacito


Published on Apr 16, 2017 

Luis Fonsi & Daddy Yankee Despacito (Remix) featuring Justin Bieber (Official Audio)









Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

Εκεί στο Νότο..

      Σου λένε να κατέβεις Λυβικό..στον Κουδουμά με καλούς ανθρώπους αντάμα..συμφωνείς και φεύγεις, 80 χιλιόμετρα από Ηράκλειο, ανεβαίνεις 1230 μέτρα υψόμετρο, στον Αστερουσιώτικο Κόφινα και κατεβαίνεις, 3 ώρες μες το νερό, κάτω σε μιαν άκρα της Κρήτης, γεμάτη σπηλιές-ασκηταριά αγίων από χρόνους πολλούς (βάζεις καλού-κακού σημάδια για το δικό σου ασκήτεμα), προσκυνάς τη Δεκαπενταυγουστιάτικη Παναγία, ακούς ιστορήσεις θαυμάτων κι ανήκουστων περιστατικών, ανάβεις κεράκια πολλά, έχεις πολλούς στη σκέψη σου, θυμάσαι ζώντες, κεκοιμημένους, παίρνεις ηγουμενική ευχή, φεύγεις, κατηφορίζεις στην παραλία, τραβάς σε 2 μέρες 100 φωτο, σκεπάζεις τα μάτια σου από τις φλασιές του ήλιου σε μια σπηλιά, έχεις τύχη βουνό, όχι απλό αλλά ούτε και του Έβερεστ, όχι, πιο πάνω, γιατί ο καλός θεός αποφάσισε να σου χαρίσει, στην καρδιά του καλοκαιριού, μια ολόκληρη παραλία αυτού του Νότου ολοδική σου με μπόνους κάτι βραχόσπηλα τέλεια ν'απλώσεις το κορμάκι σου και ν'αναστενάξεις χωρίς να έχεις τίποτ'απολύτως, μα ούτε κάτι το ελάχιστο, για να γκρινιάξεις, όπως σου ταιριάζει. 
      Έλα Παναγία μου, λες, τι θαύμα είναι αυτό, μπροστά στα μάτια μου, ψάχνεις να βρεις τις έγνοιες που σου πλάκωναν την ψυχή, μα δεν τις βρίσκεις, πού πήγαν αναρωτιέσαι, έλα ρε, η Παναγία σου τις αφαίρεσε μόλις ακούμπισες το κεφάλι σου στην εικόνα της ρε, χαζή είσαι, πού να το καταλάβεις σαΐνι μου..χτυπάει καμπανάκι να παρακαθίσεις σε τράπεζα, όπου τρώνε όλοι οι ταξιδιώτες εκεί, τα μάτια της μαγείρισσας σε γλυκαίνουν ως τα κατάβαθά σου, της φιλάς το χέρι, σ'αγκαλιάζει σαν τη μάνα σου..φεύγεις ξανά για να βουτήξεις επιτέλους στην καρδιά του θαλάσσιου κόσμου που σε τραβάει σα μαγνήτης και σε κυκλώνει σαν τολμηρός εραστής και σε σπρώχνει να γεννηθείς ξανά μέσα στην αλμυρή του αγκαλιά που είναι μόνο για σένα, για σένα μόνο..και το δέρμα σου ασπρίζει αλατισμένο με τη σέσουλα και τα σωθικά σου λιώνουν με τη θέρμη του ήλιου ολόγυρά σου κι αργότερα, την ώρα που τόσα διαμαντάκια αστράφτουν στον ουρανό σου, εσύ απεκδύεσαι τα πάντα και βουτάς ξημερώματα, για λίγο, ξανά μέσα στην θαλασσινή σου πατρίδα, αυτήν που όλο αποχωρίζεσαι και που πάντα σε περιμένει γοργόνα μυστηριακή, αχόρταγη, μάνα τροφός για σένα, για όσους τη λατρεύουν και την επιθυμούν στα πιο βαθιά τους όνειρα..